κατευθύνομαι
ρήμα1. Κινούμαι προς κάποια κατεύθυνση ή προς έναν συγκεκριμένο προορισμό.
2. Στρέφομαι ή προσανατολίζομαι προς έναν σκοπό, στόχο ή επιθυμητό αποτέλεσμα.
3. Λαμβάνω ή ακολουθώ καθοδήγηση ή οδηγία και υιοθετώ συγκεκριμένη πορεία, στάση ή συμπεριφορά.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Καθημερινά κατευθύνομαι προς το σταθμό με τα πόδια.
- Κάθε πρωί κατευθύνομαι στο γραφείο νωρίς για να προλάβω συσκέψεις.
- Στη δουλειά μου κατευθύνομαι προς την ανάληψη μεγαλύτερων ευθυνών.
- Στη μελέτη μου κατευθύνομαι από τις οδηγίες του καθηγητή.
- Με την πανδημία κατευθύνομαι προς πιο προσεκτικές επιλογές όσον αφορά τα ταξίδια.
- Κατά τη διάρκεια της συζήτησης κατευθύνομαι συχνά προς θέματα τεχνολογίας.