κατασκευασμένος
επίθετο1. Που έχει κατασκευαστεί με ανθρώπινη παρέμβαση ή τεχνική διαδικασία και αποτελεί προϊόν κατασκευής ή συναρμολόγησης.
2. Που έχει δημιουργηθεί ή διαμορφωθεί επίτηδες με σκοπό να παρουσιάσει ψευδή, επιτηδευμένη ή μη αυθεντική εντύπωση.
Συνώνυμα
φτιαγμένος κτισμένος οικοδομημένος φτιαχτός στημένος συναρμολογημένος παρασκευασμένος δημιουργημένος χειροποίητος τεχνητός συνθετικός πλαστός ψεύτικος επινοημένος μονταρισμένος προκατασκευασμένος παραποιημένος σχεδιασμένος πλασματικός δομημένος υλοποιημένος επιτηδευμένος ψευδής ανυπόστατος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δρόμος είναι κατασκευασμένος από σκυρόδεμα για να αντέχει στη βροχή.
- Ο σταυρός δεν είναι αληθινός χρυσός, είναι κατασκευασμένος από επίχρυσο μπρούτζο.
- Ο ήχος στην ταινία ήταν καθαρά κατασκευασμένος με ψηφιακά εφέ.
- Ο ισχυρισμός για την απάτη αποδείχθηκε κατασκευασμένος.
- Ο νέος αλγόριθμος είναι κατασκευασμένος να αναγνωρίζει πρόσωπα σε πραγματικό χρόνο.