καταπονώ
ρήμα1. Υποβάλλω (κάποιον ή κάτι) σε έντονη σωματική ή ψυχική κόπωση λόγω υπερβολικής εργασίας, προσπάθειας ή πίεσης.
2. Προκαλώ φθορά ή μείωση της λειτουργικότητας σε αντικείμενα, μηχανές ή οργανισμούς από παρατεταμένη ή υπερβολική χρήση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Με τις ατελείωτες νυχτερινές βάρδιες, καταπονώ το σώμα και το μυαλό μου.
- Αν οδηγήσω τόσες ώρες χωρίς διάλειμμα, καταπονώ το αυτοκίνητο.
- Προσπαθώ να μην καταπονώ τους συνεργάτες μου με συνεχείς απαιτήσεις.
- Όταν τρέχω σε ανηφόρα χωρίς διαλείμματα, καταπονώ ιδιαίτερα τις γάμπες μου.
- Με την υπερβολική χρήση αντιβιοτικών, καταπονώ το πεπτικό μου σύστημα.