καταπολεμώ
ρήμαΕνεργώ για να μειώσω, να εξαλείψω ή να περιορίσω κάτι επιβλαβές, ανεπιθύμητο ή επικίνδυνο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Πρέπει να καταπολεμώ την αϋπνία με καλές συνήθειες ύπνου.
- Η κυβέρνηση προσπαθεί να καταπολεμώ την ανεργία με νέα μέτρα.
- Ο γιατρός μάς εξήγησε πώς να καταπολεμώ τη γρίπη με σωστή θεραπεία και ξεκούραση.
- Ο δήμος θέλει να καταπολεμώ την εγκληματικότητα στις γειτονιές.
- Προσπαθεί καθημερινά να καταπολεμώ το άγχος πριν από τις εξετάσεις.