καμαρούλα
ουσιαστικό1. Μικρή καμάρα ή τόξο, κατασκευή με καμπυλωτή μορφή που λειτουργεί ως δομικό ή διακοσμητικό στοιχείο.
2. Μικρός θολωτός ή στεγασμένος χώρος ή εσοχή σε κτήριο ή κήπο, που δημιουργείται από θολωτή κατασκευή ή τόξο.
Συνώνυμα
θαλαμίσκος δωμάτιο εσοχή γωνιά κρυψώνα σπηλιά τρύπα αμπάρι αποθήκη καλύβα θόλος αψίδα ησυχαστήριο κρεβατοκάμαρα υπνοδωμάτιο θάλαμος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η καμαρούλα στο πατρικό μας ήταν πολύ ζεστή το χειμώνα.
- Κλείδωσα την καμαρούλα για να μην μπαίνουν παιδιά.
- Μετέτρεψαν την καμαρούλα σε γραφείο και έβαλαν βιβλιοθήκες.
- Στο παλιό κελί της μονής υπάρχει μια μικρή καμαρούλα όπου φυλάσσονται τα κειμήλια.
- Ο παππούς καθόταν στην ήσυχη καμαρούλα για να διαβάζει και να θυμάται.