κένωση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της απομάκρυνσης του περιεχομένου από έναν χώρο, δοχείο ή σωλήνα, με σκοπό το άδειασμά του.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η κένωση της δεξαμενής πραγματοποιήθηκε για τον καθαρισμό.
  • Για την επέμβαση προγραμματίστηκε η κένωση του αποστήματος.
  • Η κένωση του δοχείου από τον αέρα ήταν απαραίτητη για το πείραμα.
  • Η κένωση του αστικού κέντρου έγινε μετά τον σεισμό.
  • Η κένωση του χώρου πριν από τη μετακόμιση ήταν απαραίτητη.