κάτοχος
ουσιαστικό1. Πρόσωπο ή οντότητα που έχει στην κατοχή του ή ελέγχει ένα αντικείμενο, περιουσιακό στοιχείο ή δικαίωμα.
2. Άτομο ή ομάδα που κατέχει τίτλο, θέση, βραβείο ή αρμοδιότητα για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
ιδιοκτήτης ιδιοκτήτρια κατέχων δικαιούχος φορέας νομέας κύριος κτηματίας μέτοχος χρήστης αφεντικό νοικοκύρης κτήτορας καταχτητής συλλέκτης κηδεμόνας
Αντώνυμα
κλέφτης διαρρήκτης επίτροπος ενοικιαστής μισθωτής δέκτης παραλήπτης ένοικος αγοραστής πωλητής παραλήπτρια
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κάτοχος του σπιτιού παρέδωσε τα κλειδιά στον ενοικιαστή.
- Είμαι κάτοχος διαβατηρίου.
- Η κάτοχος του βραβείου ήταν συγκινημένη στη σκηνή.
- Οι κάτοχοι των εισιτηρίων πρέπει να προσκομίσουν ταυτότητα στην είσοδο.
- Η εταιρεία είναι κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας.