κάμπος
ουσιαστικόΕυρεία, επίπεδη ή ήπια κυρτή έκταση γης, συνήθως πεδινή και γόνιμη, κατάλληλη για γεωργική καλλιέργεια και βόσκηση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο κάμπος της Θεσσαλίας είναι από τους πιο εύφορους της Ελλάδας.
- Ο κάμπος γύρω από το χωριό ήταν γεμάτος σιτάρι και λουλούδια.
- Ο κάμπος μετά τη βροχή λάμπει από το πράσινο των φυτών.
- Ο κάμπος χρησιμοποιήθηκε ως τόπος βοσκής από τους ποιμένες.
- Ο κάμπος της μνήμης του γέμισε εικόνες από τα παιδικά του χρόνια.