θεός
ουσιαστικό1. Υπερβατικό ή υπερφυσικό ον στο οποίο αποδίδονται θεϊκές ιδιότητες, δύναμη και εξουσία πάνω στη φύση ή τη μοίρα, αντικείμενο λατρείας και θρησκευτικής πίστης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν πιστεύω στον θεό.
- Οι θεοί του Ολύμπου είχαν υπερφυσικές δυνάμεις.
- Ο Γιώργος είναι θεός στη μαγειρική.
- Η έννοια του θεού εξετάζεται στη φιλοσοφία.
- Ο θεός να μας βοηθήσει!