θεά
ουσιαστικό1. Υπερφυσικό ή θεϊκό πρόσωπο που θεωρείται αθάνατο, διαθέτει υπερφυσικές δυνάμεις και λατρεύεται στα πλαίσια θρησκευτικών ή μυθολογικών πεποιθήσεων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θεά Αθηνά ήταν προστάτιδα της πόλης.
- Στον αρχαίο ναό πρόσφεραν θυσίες στην θεά.
- Είσαι θεά, όλη η βραδιά ανήκει σε σένα.
- Μόλις χόρεψε, οι φίλοι της φώναζαν «θεά!»
- Στη μυθολογία, κάθε πόλη τιμούσε τη δική της θεά.