ηρεμίζομαι
ρήμα1. Γίνομαι ή μεταβαίνω σε κατάσταση ψυχικής ηρεμίας· το άγχος, η αγωνία, ο θυμός ή η αναστάτωση μειώνονται.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναστατώνομαι ταράζομαι αγχώνομαι ανησυχώ εκνευρίζομαι νευριάζω θυμώνω εξαγριώνομαι πανικοβάλλομαι σαστίζομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν ακούω κλασική μουσική, ηρεμίζομαι.
- Μπροστά στη θάλασσα, ηρεμίζομαι.
- Κάνοντας βαθιές αναπνοές, ηρεμίζομαι.
- Όταν έχω πολύ άγχος, δύσκολα ηρεμίζομαι.
- Όταν μου μιλάει ήρεμα, ηρεμίζομαι.