εφιαλτικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με εφιάλτη ή προκαλεί την αίσθηση του εφιάλτη, δηλαδή έντονο φόβο, τρόμο ή ανησυχία κατά τον ύπνο.
Συνώνυμα
φρικιαστικός ανατριχιαστικός εφιαλτώδης τρομακτικός φοβερός τρομερός φρικτός μακάβριος κολαστικός δυστοπικός αποτρόπαιος ολέθριος τρομαχτικός ζοφερός απαίσιος καταστροφικός απόκοσμος ανυπόφορος φριχτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ύπνος του έγινε εφιαλτικός.
- Η νύχτα μετά τον σεισμό ήταν εφιαλτική για τους κατοίκους.
- Ο λογαριασμός του ρεύματος ήταν εφιαλτικός και δεν μπορούσε να τον πληρώσει.
- Το τροχαίο προκάλεσε εφιαλτικές ουρές στην εθνική οδό.
- Η σκηνή από το παλιό κτίριο έμοιαζε εφιαλτική.