ευθυγράμμιση

ουσιαστικό

1. Διάταξη στοιχείων ή σημείων σε ευθεία γραμμή ή σε κοινή κατεύθυνση.

2. Διαδικασία ή αποτέλεσμα της τοποθέτησης και προσαρμογής μερών ώστε να βρίσκονται στη σωστή θέση ή στον ίδιο προσανατολισμό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ευθυγράμμιση των τροχών του αυτοκινήτου βελτιώνει την οδική συμπεριφορά.
  • Στον επεξεργαστή κειμένου ρύθμισα την ευθυγράμμιση της παραγράφου στο κέντρο.
  • Χρειαζόμαστε ευθυγράμμιση ανάμεσα στους στόχους των διαφορετικών τμημάτων.
  • Η ευθυγράμμιση των μορίων στο μαγνητικό πεδίο ήταν κρίσιμη για το πείραμα.
  • Ο ορθοδοντικός πρότεινε την ευθυγράμμιση των δοντιών με σταθερά σιδεράκια.