εστίαση

ουσιαστικό

1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της συγκέντρωσης ακτίνων ή οπτικών στοιχείων σε ένα σημείο ώστε να παραχθεί ευκρινής εικόνα, όπως σε φακούς και φωτογραφικά συστήματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εστίαση στην τάξη διακόπηκε από τον θόρυβο.
  • Η εστίαση του φακού έκανε την εικόνα πιο καθαρή.
  • Στον χώρο της εστίασης εφαρμόζονται νέοι κανόνες υγιεινής.
  • Η εστίαση της εταιρείας είναι στην ανάπτυξη νέων προϊόντων.
  • Για να λύσουμε το πρόβλημα χρειάζεται εστίαση στις λεπτομέρειες.