εστίαση
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της συγκέντρωσης ακτίνων ή οπτικών στοιχείων σε ένα σημείο ώστε να παραχθεί ευκρινής εικόνα, όπως σε φακούς και φωτογραφικά συστήματα.
Συνώνυμα
επικέντρωση εστία προσοχή συγκέντρωση έμφαση προσήλωση κέντρο κεντράρισμα στοχοποίηση προσανατολισμός στόχευση προτεραιότητα πυρήνας κεντροποίηση
Αντώνυμα
διάσπαση περισπασμός αποπροσανατολισμός αποσπασματικότητα απροσεξία διασπορά διάχυση θολούρα αποσυγκέντρωση χαλάρωση ακαταστασία διασκορπισμός
Παραδείγματα χρήσης
- Η εστίαση στην τάξη διακόπηκε από τον θόρυβο.
- Η εστίαση του φακού έκανε την εικόνα πιο καθαρή.
- Στον χώρο της εστίασης εφαρμόζονται νέοι κανόνες υγιεινής.
- Η εστίαση της εταιρείας είναι στην ανάπτυξη νέων προϊόντων.
- Για να λύσουμε το πρόβλημα χρειάζεται εστίαση στις λεπτομέρειες.