εριστικός
επίθετοΠου έχει την τάση να προκαλεί ή να επιδιώκει αντιπαραθέσεις και διαμάχες, εκφράζεται εύκολα με επιθετικό ή προκλητικό τόνο στις συζητήσεις.
Συνώνυμα
καυγατζής τσακωτικός μαχητικός επιθετικός προκλητικός καυστικός οξύθυμος στριφνός διαπληκτικός σπαστικός σκληρός εχθρικός οξύς πικρός απειλητικός ενοχλητικός
Αντώνυμα
ειρηνικός φιλήσυχος συμφιλιωτικός διαλλακτικός συμβιβαστικός συγκαταβατικός φιλειρηνικός ήπιος συνεργάσιμος ευγενικός καλοπροαίρετος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο καθηγητής στη συζήτηση ήταν εριστικός και διέκοπτε συνεχώς τους φοιτητές.
- Ο φίλος μου έγινε εριστικός όταν άρχισαν να συζητούν πολιτική.
- Ο σχολιαστής ήταν εριστικός στο άρθρο του και προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
- Ο πολιτικός ήταν εριστικός στη συνέντευξη, απαντώντας με επιθετικό τόνο.
- Ο αρθρογράφος έγινε εριστικός στις απαντήσεις του κάτω από την ανάρτηση.