επώδυνος

επίθετο

1. Που προκαλεί σωματικό πόνο ή έντονη σωματική δυσφορία.

2. Που προκαλεί ψυχική οδύνη, στενοχώρια ή έντονη συναισθηματική ταραχή.

3. Που συνοδεύεται από μεγάλη δυσκολία ή σημαντικό κόστος και εμπεριέχει δυσάρεστη εμπειρία.

Συνώνυμα

οδυνηρός επίπονος βασανιστικός πονερός σπαραχτικός αβάσταχτος δυσβάστακτος ταπεινωτικός ευαίσθητος αμήχανος μαρτυρικός τραγικός δυσβάσταχτος ταλαιπωρητικός δυσάρεστος ολέθριος ενοχλητικός σκληρός σπαστικός κουραστικός

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εγχείρηση ήταν επώδυνη, αλλά απαραίτητη για την υγεία της.
  • Ο χωρισμός ήταν επώδυνος και τον άφησε καταβεβλημένο.
  • Η απόφαση να κλείσει το εργοστάσιο ήταν επώδυνη για την τοπική κοινότητα.
  • Οι απώλειες στον πόλεμο ήταν επώδυνες για πολλές οικογένειες.
  • Το αποτέλεσμα της έρευνας ήταν επώδυνο για την υπόθεση.
  • Τα νέα οικονομικά μέτρα αποδείχτηκαν επώδυνα για τις μικρές επιχειρήσεις.