επιδεξιότητα
ουσιαστικό1. Το να χρησιμοποιεί κάποιος τα χέρια του με ακρίβεια, ευελιξία και ταχύτητα για την εκτέλεση λεπτών ή πολύπλοκων χειρισμών.
2. Η εκτέλεση εργασιών ή τεχνών με ακρίβεια, ευχέρεια και αποτελεσματικότητα, συχνά ως αποτέλεσμα άσκησης ή εμπειρίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιδεξιότητα του ξυλουργού φάνηκε στο περίτεχνο τραπέζι.
- Απαιτεί μεγάλη επιδεξιότητα να ισορροπείς σε ένα ποδήλατο με ένα χέρι.
- Η επιδεξιότητα της υπουργού στις διαπραγματεύσεις απέφερε συμφωνία.
- Χάρη στην επιδεξιότητα της στο μαγείρεμα, το δείπνο ήταν εξαιρετικό.
- Η επιδεξιότητα του χειρουργού έσωσε τη ζωή του ασθενούς.