εξωτερικός

επίθετο

1. Που βρίσκεται ή αναφέρεται στο εξωτερικό μέρος ενός αντικειμένου, χώρου, σώματος ή οργανισμού.

2. Που προέρχεται από ή σχετίζεται με παράγοντες, επιδράσεις ή σχέσεις εκτός ενός συστήματος ή πλαισίου.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το εξωτερικό του κτιρίου χρειάζεται βάψιμο.
  • Ο εξωτερικός συνεργάτης παρέδωσε την αναφορά εγκαίρως.
  • Έφυγε για το εξωτερικό για μεταπτυχιακές σπουδές.
  • Η εξωτερική πόρτα δεν κλείνει καλά.
  • Σύνδεσε τον υπολογιστή με έναν εξωτερικό σκληρό δίσκο.
  • Οι εξωτερικές πιέσεις επηρέασαν την απόφαση της εταιρείας.