εξυψώνω
ρήμα1. Κάνω κάποιον ή κάτι να βρεθεί σε υψηλότερη ή ανώτερη θέση ή επίπεδο, είτε σε φυσικό χώρο είτε σε μεταφορικό πλαίσιο.
Συνώνυμα
υψώνω ανυψώνω αποθεώνω εκθειάζω εξυμνώ εξαίρω ανεβάζω αναδεικνύω αναβαθμίζω επαινώ υμνώ δοξάζω δοξολογώ θεοποιώ υμνολογώ λατρεύω τιμώ
Αντώνυμα
ταπεινώνω υποβιβάζω υποβαθμίζω εξευτελίζω υποτιμώ απαξιώνω κατεβάζω εξουθενώνω ξεφτιλίζω μειώνω ντροπιάζω γελοιοποιώ δυσφημίζω αποδοκιμάζω βυθίζω διασύρω στιγματίζω συκοφαντώ
Παραδείγματα χρήσης
- Με τα χέρια μου εξυψώνω το μωρό για να το δείξουν στον κόσμο.
- Με τα λόγια μου εξυψώνω τον δάσκαλο για την αφοσίωσή του.
- Με την προσευχή εξυψώνω την ψυχή μου.
- Ανακαινίζοντας την πρόσοψη, εξυψώνω την είσοδο του σπιτιού.
- Με τα επιτεύγματά μου εξυψώνω την ομάδα και την εικόνα της εταιρείας.