εξοπλισμός
ουσιαστικό1. Σύνολο εργαλείων, μηχανημάτων, συσκευών ή υλικών που προορίζονται για συγκεκριμένη χρήση, λειτουργία ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εξοπλισμός της κουζίνας είναι καινούριος.
- Για το χειρουργείο χρειάζεται σύγχρονος εξοπλισμός.
- Ο νέος εξοπλισμός του γυμναστηρίου περιλαμβάνει ελεύθερα βάρη και μηχανήματα.
- Η εταιρεία αναβάθμισε τον υπολογιστικό εξοπλισμό των γραφείων.
- Ο στρατιωτικός εξοπλισμός περιλαμβάνει οπλικά συστήματα και μέσα επικοινωνίας.