εξοντώνομαι

ρήμα

1. Υποβάλλομαι σε ολοκληρωτική καταστροφή ή εξαφάνιση, χάνοντας τη ζωή ή την υπόσταση ως άτομο, ομάδα ή είδος.

2. Υποφέρω από υπερβολική σωματική ή ψυχική κόπωση λόγω έντονης ή παρατεταμένης προσπάθειας, φτάνοντας σε κατάσταση εξάντλησης.

Συνώνυμα

εξολοθρεύομαι αφανίζομαι ξεκληρίζομαι εξαντλούμαι ξεθεώνομαι εξαφανίζομαι σκοτώνομαι εκμηδενίζομαι καταστρέφομαι λιώνομαι καταπονούμαι ξεσκίζομαι χάνομαι εξουδετερώνομαι σφάζομαι σβήνομαι κουράζομαι σέρνομαι

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Στη μάχη εξοντώνομαι από τις συνεχείς επιθέσεις.
  • Με αυτή τη δουλειά εξοντώνομαι κάθε μέρα.
  • Στην προπόνηση τρέχω τόσο πολύ που εξοντώνομαι.
  • Με το άγχος και τις συνεχείς υποχρεώσεις εξοντώνομαι ψυχικά.
  • Αν συνεχιστούν οι ζημιές, εξοντώνομαι οικονομικά.