εξολοκλήρου

επίρρημα

Με τρόπο που αφορά το σύνολο ή κάθε μέρος του, χωρίς να αποκλείεται ή να παραλείπεται κάτι.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σπίτι καταστράφηκε εξολοκλήρου από τη φωτιά.
  • Η ομάδα άλλαξε εξολοκλήρου την τακτική της στο δεύτερο ημίχρονο.
  • Η απόφαση αυτή βασίζεται εξολοκλήρου σε επιστημονικά δεδομένα.
  • Η κληρονομιά έγινε εξολοκλήρου δική της.
  • Αρνήθηκε να συμμετάσχει εξολοκλήρου στο πρόγραμμα.