εξιλέωση
ουσιαστικόΠράξη ή διαδικασία με την οποία αποκαθίσταται ένα σφάλμα, αδίκημα ή ενοχή και επέρχεται ηθική ανακούφιση ή συμφιλίωση.
Συνώνυμα
λύτρωση απολύτρωση κάθαρση συγχώρεση επανόρθωση άφεση αποκατάσταση ανταπόδοση απολογία εξαγορά συγγνώμη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ζήτησε εξιλέωση για τα λάθη του και προσπάθησε να τα διορθώσει.
- Μετά από χρόνια ενοχών, η προσφορά του στους άλλους τού έδωσε λίγη εξιλέωση.
- Η δημόσια συγγνώμη δεν ήταν αρκετή· χρειαζόταν και έμπρακτη εξιλέωση.
- Για εκείνη, η φροντίδα των αδύναμων ήταν μια μορφή εξιλέωσης.
- Πίστευε ότι μόνο η αλήθεια μπορούσε να φέρει εξιλέωση.