εξασφάλιση

ουσιαστικό

Ενέργεια ή κατάσταση με την οποία κάτι καθίσταται σίγουρο, διαθέσιμο ή προστατευμένο από κίνδυνο ή αμφιβολία.

Συνώνυμα

διασφάλιση ασφάλιση εγγύηση κατοχύρωση κράτηση θωράκιση εξασφάλισμα προμήθεια διασφάλισμα εξασφαλισιμότητα διαβεβαίωση διατήρηση

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εξασφάλιση μιας σταθερής δουλειάς ήταν ο βασικός του στόχος.
  • Η εξασφάλιση χρηματοδότησης για το έργο χρειάστηκε αρκετό χρόνο.
  • Η εξασφάλιση της στέγης για την οικογένεια ήταν προτεραιότητα.
  • Η εταιρεία προχώρησε στην εξασφάλιση των απαραίτητων αδειών.
  • Για την εξασφάλιση της ασφάλειας όλων, ακολούθησαν αυστηρά μέτρα.