εξαγγελία
ουσιαστικό1. Δημόσια ή επίσημη ανακοίνωση γεγονότος, απόφασης ή προγράμματος, που γίνεται για να γνωστοποιηθεί σε ευρύ κοινό ή σε συγκεκριμένο ακροατήριο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εξαγγελία των νέων οικονομικών μέτρων προκάλεσε έντονες συζητήσεις.
- Ο υπουργός προέβη σε εξαγγελία για μεταρρύθμιση στη δημόσια εκπαίδευση.
- Η εξαγγελία της παραίτησης του διευθυντή δημοσιεύτηκε στο επίσημο δελτίο.
- Στην εφημερίδα εμφανίστηκε η εξαγγελία του νέου προγράμματος επιδότησης.
- Η εξαγγελία του γάμου τους συγκίνησε όλη την οικογένεια.