εξαίρεση

ουσιαστικό

1. Περίπτωση ή κατάσταση που αποκλίνει από έναν κανόνα, νόμο ή γενικό πρότυπο.

2. Κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο, πράγμα ή περίπτωση δεν υπόκειται στην εφαρμογή ενός γενικού κανόνα, υποχρέωσης ή περιορισμού.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έκανα μια εξαίρεση για εκείνη σήμερα.
  • Η εξαίρεση επιβεβαιώνει τον κανόνα.
  • Το υπουργείο ανακοίνωσε μια εξαίρεση από τον νέο κανονισμό για ορισμένες επιχειρήσεις.
  • Το πρόγραμμα τερματίστηκε λόγω μιας εξαίρεσης στον κώδικα.
  • Υπάρχουν λίγες εξαιρέσεις στην πολιτική αυτή.
  • Ο γιατρός έκανε μια εξαίρεση και χορήγησε το φάρμακο παρά τις αντενδείξεις.