εντυπωσιάζω
ρήμα1. Κάνω κάτι ή κάποιον να προκαλεί έντονη προσοχή, θαυμασμό ή εντύπωση, λόγω της εμφάνισης, της συμπεριφοράς ή των χαρακτηριστικών του.
2. Προκαλώ δυνατή και αξιοσημείωτη αίσθηση σε κάποιον με τα λόγια, τις πράξεις ή την παρουσία μου.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θέλω να εντυπωσιάζω τους πελάτες με τη δουλειά μου.
- Προσπάθησε να μας εντυπωσιάζει, αλλά έμεινε ψύχραιμος και φυσικός.
- Η νέα του ομιλία κατάφερε να εντυπωσιάσει το κοινό.
- Δεν είναι εύκολο να την εντυπωσιάζεις με μεγάλα λόγια.
- Οι φωτογραφίες αυτές εντυπωσιάζουν με τα έντονα χρώματά τους.