εντατικός
επίθετο1. Που έχει μεγάλη ένταση, δύναμη ή βαθμό, εκδηλώνοντας έντονη ή σφοδρή μορφή σε δράση, συναίσθημα ή φαινόμενο.
2. Που απαιτεί ή χαρακτηρίζεται από συγκεντρωμένη, επίμονη και εντατική προσπάθεια ή εργασία σε σύντομο χρονικό διάστημα.
Συνώνυμα
έντονος συμπυκνωμένος πυρετώδης σφοδρός ισχυρός δριμύς σκληρός εξαντλητικός δραστικός συγκεντρωμένος εντατικοποιημένος συμπιεσμένος λυσσαλέος άγριος βίαιος υπερβολικός επιθετικός σθεναρός συστηματικός σφιχτός κουραστικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εντατική μονάδα του νοσοκομείου είναι γεμάτη.
- Παρακολούθησε ένα εντατικό σεμινάριο προγραμματισμού επί τρεις εβδομάδες.
- Έκανε εντατική προετοιμασία για τον μαραθώνιο.
- Η εταιρεία εφάρμοσε εντατικές μεθόδους καλλιέργειας για να αυξήσει την παραγωγή.
- Μελέτησε εντατικά για τις τελικές εξετάσεις του πανεπιστημίου.