ενήλικος
επίθετοΠου έχει φθάσει στο στάδιο σωματικής, ψυχικής ή νομικής ωριμότητας, ικανός για ανεξάρτητη ζωή και που διαθέτει πλήρη δικαιώματα και ευθύνες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Για να ταξιδέψεις μόνος απαιτείται να είσαι ενήλικος.
- Η ενήλικη αδελφή μου σπουδάζει στο εξωτερικό.
- Στο σεμινάριο επιτρέπεται η συμμετοχή μόνο σε ενήλικους.
- Η αίτηση πρέπει να υπογραφεί από ενήλικα.
- Η ταινία προορίζεται για ενήλικο κοινό.