ελλειμματικός

επίθετο

1. Που παρουσιάζει έλλειμμα ή ανεπάρκεια σε κάτι, δηλαδή δεν διαθέτει την απαιτούμενη, αναμενόμενη ή κανονική ποσότητα, ποιότητα ή έκταση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο προϋπολογισμός είναι ελλειμματικός φέτος.
  • Η μελέτη ήταν ελλειμματική στην τεκμηρίωση.
  • Το έργο κρίθηκε ελλειμματικό όσον αφορά τις τεχνικές προδιαγραφές.
  • Η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής επηρεάζει πολλούς μαθητές.
  • Οι πληροφορίες που δόθηκαν ήταν ελλειμματικές και ασαφείς.