ελκυστικότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή ποιότητα του να προσελκύει το ενδιαφέρον, την προσοχή ή τη συμπάθεια άλλων, σχετιζόμενη με αισθητικά, κοινωνικά ή συναισθηματικά χαρακτηριστικά.

Συνώνυμα

έλξη θελκτικότητα ελκυσμός γοητεία σαγήνη μαγνητισμός γοητευτικότητα σαγηνευτικότητα επιθυμητότητα σεξαπίλ ομορφιά έφεση ενδιαφέρον πωλησιμότητα συναρπαστικότητα φανταχτερότητα λάμψη επιρροή αίγλη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ελκυστικότητα του τουριστικού θέρετρου αυξήθηκε μετά την αναβάθμιση των υποδομών.
  • Η ελκυστικότητα του προϊόντος για τους νέους οφείλεται στο μοντέρνο σχέδιο και την τιμή.
  • Η ελκυστικότητα των επενδύσεων σε αυτήν τη χώρα ενισχύθηκε από τα φορολογικά κίνητρα.
  • Η ελκυστικότητα της θέσης εργασίας εξηγεί τον μεγάλο αριθμό αιτήσεων.
  • Η ελκυστικότητα του πανεπιστημίου αξιολογείται από την ποιότητα των προγραμμάτων και τις ευκαιρίες έρευνας.