ελαττώνω
ρήμα1. Κάνω κάτι να γίνει λιγότερο σε ποσότητα, μέγεθος, βαθμό, ένταση ή τιμή.
2. Προσδίδω σε κάτι μικρότερη αξία, σημασία ή αποτελεσματικότητα, με συνέπεια να εμφανίζεται ασθενέστερο ή λιγότερο σημαντικό.
Συνώνυμα
μειώνω ελαχιστοποιώ περιορίζω σμικρύνω συρρικνώνω απομειώνω ψαλιδίζω περικόπτω κόβω κατεβάζω χαμηλώνω φρενάρω επιβραδύνω κουρεύω κουτσουρεύω λεπτύνω υποβαθμίζω υποτιμάω απαξιώνω υποτιμώ
Αντώνυμα
αυξάνω αναπτύσσω ανεβάζω ενισχύω μεγεθύνω διογκώνω διευρύνω επεκτείνω εντείνω αναβαθμίζω πολλαπλασιάζω διπλασιάζω εκτοξεύω μεγιστοποιώ επιδεινώνω
Παραδείγματα χρήσης
- Εγώ ελαττώνω την κατανάλωση αλατιού για λόγους υγείας.
- Κάθε φορά που οδηγώ, ελαττώνω την ταχύτητα σε στενά δρομάκια.
- Στο σπίτι προσπαθώ να ελαττώνω τα έξοδα ενέργειας με μικρές αλλαγές.
- Σε συναυλία ελαττώνω την ένταση όταν βλέπω ότι ενοχλώ τους γείτονες.
- Στη δουλειά ελαττώνω τις εκπομπές ρύπων βελτιώνοντας τη διαδικασία παραγωγής.