εκτροπή
ουσιαστικό1. Αλλαγή της πορείας ή της κατεύθυνσης ενός αντικειμένου, ρεύματος ή διαδικασίας, που οδηγεί σε παρέκκλιση από την αρχική ή αναμενόμενη τροχιά.
Συνώνυμα
απόκλιση παρέκκλιση παρεκτροπή παράκαμψη παράκλιση διαστροφή απομάκρυνση στροφή παράσυρση διαταραχή καμπή μετατόπιση παραστράτημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η εκτροπή της κυκλοφορίας έγινε λόγω έργων στο δρόμο.
- Η εκτροπή του ποταμού άλλαξε το φυσικό περιβάλλον της περιοχής.
- Η εκτροπή από το αρχικό σχέδιο προκάλεσε καθυστερήσεις στο έργο.
- Οι γονείς ανησύχησαν για την εκτροπή της συμπεριφοράς του εφήβου.
- Η εκτροπή των κονδυλίων ερευνάται από τις αρχές.