εκπαιδευτής

ουσιαστικό

1. Άτομο που παρέχει συστηματική εκπαίδευση ή καθοδήγηση σε άλλους με σκοπό την απόκτηση δεξιοτήτων, γνώσεων ή ικανοτήτων σε εκπαιδευτικά, εργασιακά, αθλητικά ή τεχνικά πλαίσια.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο εκπαιδευτής της ομάδας έδωσε οδηγίες πριν από τον αγώνα.
  • Στο σεμινάριο, ο εκπαιδευτής εξήγησε τη νέα πολιτική ασφάλειας.
  • Ο εκπαιδευτής σκύλων μας έδειξε πώς να ανταποκρίνουμε στα σήματα του κατοικίδιου.
  • Ο εκπαιδευτής πτήσεων ακύρωσε την προγραμματισμένη πτήση λόγω κακοκαιρίας.
  • Οι εκπαιδευτές του προγράμματος αξιολόγησαν την πρόοδο των συμμετεχόντων.