εκνευριστικός
επίθετο1. Που προκαλεί αίσθημα νευρικότητας, ανυπομονησίας ή δυσφορίας σε κάποιον εξαιτίας συμπεριφοράς, λόγου ή ιδιοσυγκρασίας.
Συνώνυμα
ενοχλητικός σπαστικός ανυπόφορος εξοργιστικός ερεθιστικός ψυχοφθόρος δυσάρεστος κουραστικός νευροβόρος προκλητικός επιβαρυντικός ανεπιθύμητος απεχθής
Αντώνυμα
ευχάριστος ήρεμος ήσυχος χαλαρωτικός καταπραϋντικός απολαυστικός γαληνευτικός αρεστός καθησυχαστικός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γείτονας είναι εκνευριστικός όταν κάνει πάρτι κάθε βράδυ.
- Η διαφήμιση στην τηλεόραση ήταν εκνευριστική και την έκλεισα αμέσως.
- Το στατικό θόρυβο από το ραδιόφωνο ήταν εκνευριστικό και δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ.
- Οι φίλοι του έγιναν εκνευριστικοί με τις συνεχείς, ανεπιθύμητες συμβουλές τους.
- Οι ειδοποιήσεις στο κινητό χτυπούσαν εκνευριστικά κάθε πέντε λεπτά.