εισβολέας
ουσιαστικό1. Πρόσωπο, ομάδα ή στρατιωτική δύναμη που εισέρχεται σε ξένη περιοχή με βία ή χωρίς άδεια με σκοπό την κατάληψη, τον έλεγχο ή την πρόκληση βλάβης.
Συνώνυμα
παρεισφρητής παρείσακτος επιδρομέας επιτιθέμενος διεισδυτής κατακτητής χάκερ διαρρήκτης ληστής αποικιστής εποικιστής εχθρός δράστης πειρατής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι στρατιώτες απώθησαν τον εισβολέα πριν προλάβει να προωθηθεί.
- Τον εισβολέα συνέλαβαν όταν προσπάθησε να μπει στο σπίτι.
- Το συγκεκριμένο είδος ψαριού θεωρείται εισβολέας στη λίμνη και απειλεί την τοπική πανίδα.
- Ο ιός συμπεριφέρθηκε σαν εισβολέας στο ανοσοποιητικό σύστημα, διαταράσσοντας τις φυσιολογικές λειτουργίες.
- Ένας εισβολέας στο δίκτυο απέκτησε πρόσβαση σε εμπιστευτικά αρχεία.