είδηση

ουσιαστικό

1. Πληροφορία για γεγονός, κατάσταση ή εξέλιξη που έχει ενδιαφέρον ή επιπτώσεις για άτομα, ομάδες ή την κοινωνία.

2. Αναφορά ή μήνυμα που δημοσιοποιείται μέσω μέσων ενημέρωσης, δελτίων, δημοσιεύσεων ή προφορικής επικοινωνίας με σκοπό την ενημέρωση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Διάβασα μια είδηση για την ανακάλυψη νέου φαρμάκου.
  • Παρακολουθώ τις ειδήσεις κάθε βράδυ.
  • Δεν πήρε είδηση όταν πέρασε από μπροστά του.
  • Έλαβα την είδηση της αναβολής του συνεδρίου.
  • Θα προσπαθήσουν να μην γίνει είδηση το περιστατικό.