δράστης
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που διαπράττει παράνομη ή επιβλαβή πράξη, ιδίως έγκλημα ή αδίκημα.
2. Πρόσωπο που προκαλεί ή εκτελεί μια ενέργεια ή γεγονός και φέρει την ευθύνη γι’ αυτό ως κύριος φορέας της δράσης.
Συνώνυμα
αυτουργός θύτης εγκληματίας παραβάτης κακοποιός ένοχος επιτιθέμενος αδικητής ανθρωποκτόνος εκτελεστής δολοφόνος βιαστής ληστής κλέφτης συνεργός υποκινητής μπράβος εισβολέας τρομοκράτης
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δράστης συνελήφθη μετά από σύντομη καταδίωξη.
- Κατά τη δίκη, πολλοί μάρτυρες κατονόμασαν τον δράστη.
- Η φωτιά φαίνεται ότι προκλήθηκε από άγνωστο δράστη.
- Στη γραμματική, ο δράστης της ενέργειας είναι συνήθως το υποκείμενο.
- Οι δράστες διέφυγαν με κλεμμένο αυτοκίνητο.