διώκω
ρήμα1. Καταδιώκω ή ακολουθώ κάποιον ή κάτι με σκοπό να τον/το συλλάβω, να τον/το βλάψω ή να τον/το εξαναγκάσω να σταματήσει.
2. Επιδιώκω επίμονα να πετύχω κάτι ή να το αποκτήσω.
3. Ενοχλώ, πιέζω ή καταπιέζω κάποιον με επίμονη συμπεριφορά ή ενέργειες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Οι αρχές διώκω την παρανομία με αυστηρότητα.
- Ο εισαγγελέας διώκω την υπόθεση για απάτη.
- Μην διώκω το σκυλί από τον κήπο.
- Ο πατέρας διώκω τον γιο του να βρει τη δουλειά που του ταιριάζει.
- Η αστυνομία διώκω τους δράστες μετά τη ληστεία.