διδασκαλία
ουσιαστικό1. Συνειδητή πράξη ή διαδικασία μετάδοσης γνώσεων, δεξιοτήτων και αξιών από εκπαιδευτή προς μαθητές με σκοπό την απόκτηση μάθησης.
2. Σύνολο μεθόδων, τεχνικών και προσεγγίσεων που οργανώνουν και διευκολύνουν την εκπαιδευτική και μαθησιακή διαδικασία.
Συνώνυμα
διδαχή δόγμα εκπαίδευση μάθημα παράδοση παιδεία θεωρία διάλεξη διδακτική παιδαγωγία κατήχηση καθοδήγηση οδηγία κατάρτιση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διδασκαλία στο δημοτικό σχολείο απαιτεί υπομονή και φαντασία.
- Η διδασκαλία της ιστορίας βοηθά τους μαθητές να κατανοήσουν το παρελθόν.
- Η διδασκαλία με χρήση τεχνολογίας κάνει τα μαθήματα πιο ελκυστικά.
- Η διδασκαλία της θρησκείας προάγει ηθικές αξίες.
- Η διδασκαλία ως επάγγελμα απαιτεί συνεχή επιμόρφωση και αφοσίωση.