διαψεύδομαι
ρήμα1. Να αποδεικνύεται ότι μια δήλωση, ισχυρισμός ή πληροφορία δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα.
2. Να μη δικαιώνονται προσδοκίες, ελπίδες ή προβλέψεις, προκαλώντας απογοήτευση.
Συνώνυμα
αναιρούμαι αντικρούομαι καταρρίπτομαι απογοητεύομαι απορρίπτομαι αμφισβητούμαι ανατρέπομαι απελπίζομαι συντρίβομαι εκτίθεμαι ξεφτιλίζομαι εκμηδενίζομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά διαψεύδομαι όταν υποτιμώ τα προβλήματα και στο τέλος αποδεικνύεται το αντίθετο.
- Θυμώνω όταν διαψεύδομαι δημόσια από ανθρώπους που δεν έχουν τα στοιχεία.
- Δεν θέλω να διαψεύδομαι συνεχώς στους συναδέλφους μου.
- Οι προβλέψεις μου σπάνια επιβεβαιώνονται και συχνά διαψεύδομαι από τα γεγονότα.
- Το να διαψεύδομαι από τα στοιχεία με αναγκάζει να αναθεωρήσω τη γνώμη μου.