διασύνδεση

ουσιαστικό

1. Σχέση ή κατάσταση κατά την οποία δύο ή περισσότερα συστήματα, δίκτυα, συσκευές ή εφαρμογές είναι συνδεδεμένα ώστε να επιτρέπεται η ανταλλαγή δεδομένων, πόρων ή λειτουργιών.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η διασύνδεση του προγράμματος είναι φιλική προς τον χρήστη.
  • Η διασύνδεση των δικτύων βελτίωσε την ταχύτητα επικοινωνίας.
  • Η διασύνδεση των βάσεων δεδομένων επέτρεψε την άμεση ανταλλαγή πληροφοριών.
  • Η διασύνδεση του πανεπιστημίου με τις επιχειρήσεις δημιούργησε νέες ευκαιρίες απασχόλησης.
  • Η διασύνδεση μεταξύ θεωρίας και πρακτικής είναι κρίσιμη στην εκπαίδευση.