διασπείρω
ρήμα1. Κάνω κάτι να εξαπλωθεί ή να σκορπιστεί σε ευρύτερη περιοχή ή σε πολλούς αποδέκτες.
2. Κάνω πληροφορίες, ιδέες, φήμες ή ειδήσεις να φτάσουν σε πολλούς ανθρώπους ή κοινότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα διασπείρω τους σπόρους στο χωράφι το πρωί.
- Δεν θέλω να διασπείρω φήμες χωρίς επιβεβαίωση.
- Στο εργαστήριο πρόσεξα να μην διασπείρω κατά λάθος λοιμώδη δείγματα.
- Στο πείραμα σκοπεύω να διασπείρω το φως μέσω ενός διαθλαστήρα.
- Διασπείρω μουσική που δημιουργεί αίσθηση γαλήνης στους ακροατές.