διάλεξη
ουσιαστικό1. Οργανωμένη προφορική παρουσίαση πληροφοριών, ιδεών ή γνώσεων πάνω σε συγκεκριμένο θέμα, συνήθως απευθυνόμενη σε ακροατήριο σε εκπαιδευτικό, ακαδημαϊκό ή δημόσιο πλαίσιο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Παρακολούθησα τη διάλεξη στο αμφιθέατρο χθες το απόγευμα.
- Ο καθηγητής έδωσε μια διάλεξη για τη νευροεπιστήμη και την αντίληψη.
- Η διάλεξη ήταν διαφωτιστική και προκάλεσε πολλές ερωτήσεις.
- Ακύρωσαν τη διάλεξη λόγω κακοκαιρίας και ανέβαλαν τη συνέχειά της.
- Κατέβασα τη διάλεξη από την πλατφόρμα του μαθήματος για να την ακούσω αργότερα.