δημόσιο

επίθετο

1. Που ανήκει, υπάγεται ή σχετίζεται με το κράτος ή με το σύνολο της κοινωνίας.

2. Που είναι ανοικτός ή προσιτός σε όλους, προορισμένος για χρήση ή πρόσβαση από το κοινό.

Συνώνυμα

κρατικό κοινό κοινόχρηστο επίσημο κοινός κράτος ανοιχτό συλλογικό κοινοτικό λαϊκό δημοτικό

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δημόσιο σχολείο προσφέρει δωρεάν εκπαίδευση.
  • Έχει εργαστεί στο δημόσιο για είκοσι χρόνια.
  • Η σύσκεψη έγινε σε δημόσιο χώρο.
  • Οι δημόσιοι υπάλληλοι ξεκίνησαν την απεργία.
  • Η απόφαση ανακοινώθηκε δημόσια χθες το βράδυ.