δημοτικός
επίθετο1. Που ανήκει ή σχετίζεται με δήμο ή τη δημοτική διοίκηση.
2. Που εκφράζει, προέρχεται από ή απευθύνεται στην τοπική κοινωνία ή στον λαό.
3. Που αναφέρεται στο δημοτικό σχολείο ή στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση.
Συνώνυμα
λαϊκός παραδοσιακός δημοτικό κοινοτικός δημαρχιακός τοπικός δημόσιος κοινός λαοτικός λαϊκότροπος πολιτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο δημοτικός σύμβουλος μίλησε στη συνεδρίαση για τα έργα υποδομής.
- Η δημοτική αρχή ανακοίνωσε νέα μέτρα για τη διαχείριση απορριμμάτων.
- Το δημοτικό σχολείο οργανώνει θεατρική παράσταση.
- Οι δημοτικοί υπάλληλοι καθαρίζουν τους δρόμους μετά τη βροχή.
- Τα δημοτικά τραγούδια μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.