δημοσιότητα
ουσιαστικό1. Κατάσταση κατά την οποία πρόσωπα, γεγονότα ή ιδέες γίνονται ευρέως γνωστά ή εμφανίζονται στο κοινό μέσω μέσων ενημέρωσης, δημόσιων εκδηλώσεων ή άλλων μορφών προβολής.
Συνώνυμα
προβολή κάλυψη έκθεση φήμη διαφήμιση διάδοση προβολάρισμα αναγνωρισιμότητα γνωστότητα φανερότητα δημοσιοποίηση δημοσίευση απήχηση επικαιρότητα προπαγάνδα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η είδηση πήρε μεγάλη δημοσιότητα και συζητήθηκε παντού.
- Η εταιρεία έδωσε δημοσιότητα στην καινούργια της υπηρεσία με διαφημίσεις και δελτία Τύπου.
- Ο καλλιτέχνης κατηγορήθηκε ότι ψάχνει δημοσιότητα με προκλητικές δηλώσεις.
- Η υπόθεση τέθηκε στη δημοσιότητα όταν δημοσιεύτηκαν τα επίμαχα έγγραφα.
- Υπάρχει ανησυχία ότι η διαρροή προσωπικών αρχείων θα επιφέρει ανεπιθύμητη δημοσιότητα.