δίπλωμα
ουσιαστικό1. Έγγραφο επίσημο που πιστοποιεί την απόκτηση γνώσεων, προσόντων, τίτλου ή άδειας για την άσκηση συγκεκριμένης δραστηριότητας ή επαγγέλματος, όπως δίπλωμα σπουδών ή δίπλωμα οδήγησης.
Συνώνυμα
πτυχίο πιστοποιητικό πτυχή βεβαίωση τίτλος απολυτήριο άδεια πιστοποίηση έγγραφο πτύχωση πατέντα τεκμήριο χαρτί
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έλαβα το δίπλωμα οδήγησης μετά τις εξετάσεις.
- Το δίπλωμα από το πανεπιστήμιο μου αναγνωρίστηκε στο εξωτερικό.
- Το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προστατεύει την καινοτόμο ιδέα.
- Έκανε ένα δίπλωμα στο χαρτί για να φτιάξει ένα αεροπλανάκι.
- Το δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης βελτίωσε το βιογραφικό της.