γυμνός
επίθετο1. Που δεν φορά ρούχα ή άλλα καλύμματα του σώματος.
2. Που στερείται κάλυψης ή επικάλυψης, αφήνοντας την επιφάνεια εκτεθειμένη.
3. Που είναι εκτεθειμένος χωρίς προστασία απέναντι σε εξωτερικές επιδράσεις.
Συνώνυμα
γδυσμένος ξεβράκωτος γυμνωμένος γυμνό απογυμνωμένος ακάλυπτος ξεσκεπασμένος εκτεθειμένος άδειος άοπλος ωμός απροστάτευτος σκέτος ευάλωτος στερημένος
Αντώνυμα
ντυμένος ενδεδυμένος καλυμμένος σκεπασμένος περιβεβλημένος επενδεδυμένος φορεμένος γεμάτος προφυλακτικό θωρακισμένος στολισμένος ασφαλισμένος οπλισμένος προστατευμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άντρας ήταν γυμνός όταν ξύπνησε και δεν θυμόταν τι είχε συμβεί.
- Το φαινόμενο δεν γίνεται αντιληπτό με το γυμνό μάτι.
- Μετά τη φωτιά, το δάσος έμεινε γυμνό και χωρίς φυλλωσιά.
- Ένιωσε γυμνός μπροστά στο κοινό, χωρίς να μπορεί να κρύψει τα συναισθήματά του.
- Η έκθεση αποκάλυψε την γυμνή αλήθεια για τα οικονομικά της εταιρείας.
- Η πρόσοψη του κτιρίου ήταν γυμνή, χωρίς διακοσμητικά στοιχεία.