ντυμένος
επίθετο1. Που έχει φορέσει ρούχα ή ενδύματα πάνω στο σώμα.
2. Που είναι καλυμμένος ή περιβεβλημένος από κάποιο υλικό, στοιχείο ή επίστρωση.
3. Που παρουσιάζεται με συγκεκριμένη εμφάνιση ή μορφή, συχνά λόγω του τρόπου ένδυσης ή διακόσμησης.
Συνώνυμα
ενδεδυμένος ενδυμένος ιματισμένος φτιαγμένος φορεμένος στολισμένος καλοντυμένος περιβεβλημένος τυλιγμένος σκεπασμένος καλυμμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άντρας ήταν ντυμένος με ένα μαύρο παλτό.
- Ο ηθοποιός εμφανίστηκε ντυμένος ως βασιλιάς στη σκηνή.
- Ήρθε ντυμένος πολύ επίσημα στον γάμο.
- Ο γιος ήταν ντυμένος ζεστά για το κρύο.
- Ο λόφος ήταν ντυμένος στα λευκά μετά το χιόνι.